ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΛΛΑΣ/ ‘’ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ’’ (21 ΔΕΚ. 2025)

Την 21η Δεκεμβρίου  2025 αρκετά μέλη του Πανεπιστημίου μας παρακολούθησαν τη θεατρική παράσταση “ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ”, ένα θέαμα υψηλής αισθητικής, σε ένα  πρωτότυπο κείμενο της Ζέτης Φίτσιου, σε σύλληψη-σκηνοθεσία  του Φωκά Ευαγγελινού  και  τη μαγική μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.

Ήταν μια άρτια παράσταση σκηνοθετικά, ενδυματολογικά, μουσικά και δραματουργικά, με μια ομάδα διακεκριμένων συντελεστών.

Το έργο ξεκινά με αναφορά σε παροντικό για την πρωταγωνίστρια χρόνο (1960) και ακολουθούν αναδρομικές αφηγήσεις με δρώμενα του παρελθόντος τη δεκαετία του 1930.

Κεντρικό πρόσωπο είναι η Άννα, μια διάσημη καλλιτέχνιδα  του θεάτρου. Ένα βράδυ μετά το τέλος της παράστασής της δέχεται την επίσκεψη ενός νεαρού δημοσιογράφου, ο οποίος της ζητά πιεστικά να της πάρει συνέντευξη για την περίοδο που ζούσε στην Αλεξάνδρεια και ήταν διάσημη τραγουδίστρια. Ενώ εκείνη αρνείται, η εμφάνιση ενός τετραδίου από το δημοσιογράφο θα την κάνει να ξετυλίξει το παρελθόν της. Η συζήτηση που ακολουθεί ανάμεσα στους δύο είναι μια επιστροφή στο παρελθόν της, όταν εκείνη βρισκόταν σε νεαρή ηλικία. Είναι μια αναδρομή στη ζωή της και σε ένα δυνατό έρωτα που έζησε. Τα γεγονότα της αφήγησης διαδραματίζονται στην αγαπημένη της Αλεξάνδρεια.

«Τι είναι η Αλεξάνδρεια, τι σημαίνει η λέξη και τι κρύβεται πίσω της» αναρωτιέται, με την ίδια να απαντά: “Αλεξάνδρεια!  απαγορευμένη εξαίσια πόλη, πρωτεύουσα της φαντασίας και της μνήμης. Όποιος πιάστηκε στον ιστό της δεν την ξέχασε ποτέ….».

Η Άννα αναφέρεται  κατ’ αρχάς στην κοινωνική διαστρωμάτωση της Αλεξάνδρειας: «Από τη μια πλευρά της πόλης ο πλούτος και από την άλλη η φτώχεια, το φως και το σκοτάδι».

Στην υποβαθμισμένη πλευρά της πόλης ζούσαν μαζί Ιταλοί, Έλληνες, Σύριοι, Αρμένιοι, Μαλτέζοι, Εβραίοι και Αιγύπτιοι. Η πόλη ήταν ένα χωνευτήρι φυλών, γλωσσών και θρησκειών, στην οποία οι άνθρωποι συμβίωναν αρμονικά με αμοιβαίο σεβασμό.

Στην Αλεξανδρινή κοινωνία ανήκαν και επιφανείς Έλληνες, επιχειρηματίες και μεγαλέμποροι κυρίως, οι οποίοι κατοικούσαν σε όμορφες επαύλεις στο καρτιέ Γκρέκ (Quartier Grec), στην ωραιότερη συνοικία της πόλης.

Με την τάξη αυτήν έρχονταν σε επαφή και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων. Τέτοιες ήταν και οι υπηρεσίες που παρείχε η μοδίστρα της υψηλής ραπτικής μαντάμ Μποτόμ  στους πλούσιους Έλληνες με το διάσημο οίκο της.

Η κοινωνική αυτή τάξη διοργάνωνε χορευτικές βραδιές με προσκεκλημένους της υψηλής κοινωνίας, Έλληνες  και   ντόπιους,  αλλά και εκπροσώπους των ξένων ευρωπαϊκών δυνάμεων, που ήλεγχαν την Αίγυπτο, κυρίως Βρετανούς  και Γάλλους, οι οποίοι είχαν παλιότερα κυριαρχήσει στη χώρα.         
Σε μια τέτοια βραδιά αρραβώνων της κόρης του Έλληνα βαμβακέμπορου Σαργίνι (το γιο του οποίου είχε ερωτευτεί η Άννα χωρίς να γνωρίζει την ταξική του καταγωγή), διακρίνονται, μέσα από τους διαλόγους, οι ανταγωνισμοί των Μ. Δυνάμεων για το ποιος θα είναι ο ισχυρότερος κυρίαρχος της Αιγύπτου. Σε αντίθεση με αυτούς ο παρευρισκόμενος Άραβας Αιγύπτιος Νιμρ, εκδότης εφημερίδας, διαμαρτύρεται στο Βρετανό εκπρόσωπο για το λαό του, που υποφέρει κάτω από το βρετανικό ζυγό και βρίσκεται στα όρια της φτώχειας και της ανέχειας.

Στη συνέχεια της συνέντευξης,  η Άννα αναφέρεται και στο ΚΟΥΜΠΑΚΙΡ, στο τμήμα εκείνο της πόλης που ήσαν τα πορνεία, με “τις γυναίκες με τα αισθησιακά κορμιά, τα φθαρμένα από τον πουλημένο έρωτα”. Και όπως λέει η πρωταγωνίστρια :”Η Αλεξάνδρεια, μια πόλη που όσο κι αν προσπαθήσεις να της αντισταθείς ……θα σε αποπλανήσει”.

Η Άννα αναπολώντας το μεγάλο της έρωτα, τον Αλέξανδρο (ιδιαίτερης σημασίας όνομα) εκείνα τα χρόνια, ξαναθυμάται τη γνωριμία με τον αγαπημένο της, το πρώτο τους ραντεβού και τα όσα της έλεγε  “για τους φοίνικες και τα νερά της Αλεξάνδρειας, για το ζεστό ήλιο, για το φεγγάρι που κάλυπτε τον ατελείωτο ουρανό, σαν χαραγμένο με κιμωλία από χέρι ζωγράφου . Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί στον Αλεξανδρινό ουρανό”.

Αναπολεί την απαγγελία στίχων του αγαπημένου τους ποιητή, του Καβάφη, που τριγύριζε μέσα στο μουσείο της πόλης, εκεί που έδωσαν το πρώτο τους ραντεβού οι δύο νέοι, στο χώρο, που ο ποιητής θεωρούσε τα εκθέματά του κομμάτια της ελληνικής κληρονομιάς:

“Τα Φαγιούμ έδωσαν τη θέση τους σε αρχαιοελληνικά αγάλματα. Αγάλματα, αγάλματα θερμά και γαλήνια, ένας θησαυρός οικείων πραγμάτων, που φέρει μαζί του τη λεπτότητα και τη χάρη μιας Ελλάδας ασύλληπτου κάλλους, που καταφέρνει να ξεπερνά το χώρο και το χρόνο και να φτάνει εδώ κάτω, σ’ εκείνη την πόλη φάντασμα”.

Η  πρωταγωνίστρια θυμάται ακόμα το πρώτο τους φιλί κάτω από αυτό το Αλεξανδρινό φεγγάρι, αλλά και την ανακοίνωση του αγαπημένου ότι θα φύγει εκείνο το ίδιο βράδυ για την Αθήνα. Η Άννα του τονίζει πως “όποιος πιει από το νερό του Νείλου δεν ξεχνά και επιστρέφει”.

Ο Αλέξανδρος θα ξαναγυρίσει, επιβεβαιώνοντάς την, αλλά η επιστροφή του θα διαψεύσει την προσδοκία της να είναι μαζί. Οι δικοί του θέλουν να τον παντρέψουν με μια κοπέλα της τάξης του. Η ίδια πληγώνεται, απομακρύνεται και για να ξεχνιέται αρχίζει να τραγουδά στο κλαμπ Λουτσία, τη σπουδαιότερη σκηνή της πόλης, εκεί όπου διασκέδαζε όλη η αριστοκρατική κοινωνία. Εκεί έγινε και διάσημη.

Ο αγαπημένος της Αλέξανδρος όμως, αποποιείται τη γυναίκα που θέλουν οι δικοί του, την ξαναπλησιάζει και θα βρεθούν και πάλι μαζί. Την Άννα διεκδικεί και ο Βρεττανός ακόλουθος. Θα συμβεί όμως το απρόοπτο. Ο Βρετανός διπλωμάτης σε μια αποκριάτικη εκδήλωση θα βρεθεί δολοφονημένος, δολοφονία που αποδίδεται στον Αλέξανδρο, με την κατηγορία ότι ανήκε σε κίνημα αντίστασης κατά των ξένων κυρίαρχων της Αιγύπτου.

Στο σημείο αυτό η Άννα σταματά την αφήγηση. Η θύμηση αυτή την έχει ήδη αναστατώσει. Θλίβεται “για τα χρόνια που έφυγαν, για τα νιάτα που χάθηκαν, για τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν”.

Η ίδια μονολογεί: “Να λυτρωθώ από την πόλη. Μα κανείς δε λυτρώνεται από σε Αλεξάνδρεια, που ρήμαξες και δεν έμεινε τίποτα πια από σένα. Δρόμοι αγνώριστοι, πρόσωπα ξένα. Τίποτα δε σε θυμίζει τώρα πια. Μόνο………….αυτός ο ουρανός, που ζέσταινε τις καρδιές μας, γεμίζοντάς τες με ελπίδες, ενώ την ίδια στιγμή γκρέμιζε τα όνειρά μας και μας εξαπατούσε. Αυτός ο καταγάλανος ουρανός θα μένει για πάντα χαραγμένος στην καρδιά μας….στην καρδιά των Αλεξανδρινών…..ως η πιο γλυκιά ,η πιο τρυφερή, η πιο όμορφη εικόνα που αντικρίσαμε ποτέ.”

Η παράσταση τελειώνει με την απαγγελία των στίχων από το ποίημα του Καβάφη “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”, για την Αλεξάνδρεια που ήξερε και χάθηκε:

«Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’ ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –

την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου

 που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου

πού βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει………………

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις».

Η θεατρική αυτή παράσταση ήταν μια αναδρομή στην ιστορική πόλη του Μ. Αλεξάνδρου, στη διαδρομή της, στους ανθρώπους της των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, θρησκειών και εθνικοτήτων, με εστίαση στον αιγυπτιώτικο ελληνισμό και στις δραστηριότητές του οικονομικές και πνευματικές, (υψηλού επιπέδου τα σχολεία του με κορυφαίο το Αβερώφειο, το φάρο της γνώσης), μια περιπλάνηση  μαγευτική στην ονειρική της ατμόσφαιρα και στη διαχρονική πολιτιστική της αύρα. Ήταν μια από τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του πανεπιστημίου μας ξεχωριστή και αλησμόνητη, που κάνει τον κάθε ένα θεατή να αναφωνήσει μαζί με την κεντρική ηρωίδα:

«Ακούω τους ήχους της Ανατολής, μυρίζω το μεθυστικό άρωμα της πόλης,    βλέπω το γαλανό ουρανό, τα δύο λιμάνια της, δυτικό κι ανατολικό, και απ’ τις απέραντες εκτάσεις της να ξεπροβάλλει ο θρυλικός Μακεδόνας βασιλιάς μαζί με τους φτερωτούς στρατιώτες του, να φτάνει εδώ και να γεννά την αιώνια πόλη….Πόλη άναρχη, του ανεκπλήρωτου έρωτα, της υπόσχεσης, του καημού, του σκοταδιού μα και του ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, σπουδαία πόλη, αλησμόνητη εσύ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ».

Μ.Ρ.

 

Related Posts