Στις 24-4-2026 μέλη του ΔΛΠΑΠ παρακολουθήσαμε αποσπάσματα από γνωστές όπερες, στο πλαίσιο διαδραστικών συναυλιών που διοργανώνει το Μέγαρο Μουσικής. Στις συναυλίες αυτές συνδιαλέγονται ομιλίες, προβολές βίντεο και μουσικά κομμάτια του συμφωνικού είδους που παρουσιάζεται κάθε φορά, με τρόπο διαδραστικό και ευχάριστο. Στις ομιλίες συμμετέχουν η ιστορικός κ. Μ. Ευθυμίου, ο συνθέτης και σολίστ της πιανιστικής μουσικής κ. Χρίστος Παπαγεωργίου και ο μαέστρος και διευθυντής της κρατικής ορχήστρας Αθηνών κ. Λουκάς Καρυτινός. Η όλη σκηνοθεσία των συναυλιών ανήκει στη γνωστή σκηνοθέτιδα Κατερίνα Ευαγγελάκου.
Κατά την έναρξη της συναυλίας ο κ. Καρυτινός αναφέρθηκε στο μουσικό είδος της όπερας, που χρονολογείται από την εποχή της ύστερης Αναγέννησης (1570 -1600) και στην προέλευσή της από την αρχαία ελληνική τραγωδία, {η οποία συνδύαζε πρόζα (λόγο), ρυθμό και μέλος (μελωδία}. Η όπερα (από το λατινικό opus γεν. operis = το έργο, που είναι ένα opus in musica) ξεκίνησε από μια ομάδα διανοουμένων στη Φλωρεντία της Ιταλίας, γνωστή ως ΦΛΩΡΕΝΤΙΝΗ ΚΑΜΕΡΑΤΑ, επιδιώκοντας να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα. Η Όπερα, κορυφαία έκφραση της λόγιας μουσικής της Δύσης συνδυάζει: α) Το κείμενο δηλ. την υπόθεση του έργου (Libretto), που παρουσιάζεται τραγουδιστά β) Τα μουσικά μέρη που είναι: οι Άριες (οι μονόλογοι που αποδίδονται τραγουδιστά), το Ρετσιτατίβο (η μουσική απαγγελία), τα χορωδιακά μέρη και το Ιντερλούδιο (σύντομο μουσικό κομμάτι που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο σκηνών ή πράξεων στο θεατρικό έργο). Στην όπερα έχουμε ακόμα συνδυασμό τεχνών (σκηνογραφία, ενδυματολογία, φωτισμό και σκηνική δράση). Οι όπερες αντλούν τα θέματά τους από μύθους και θρύλους, από την ιστορία και τη λογοτεχνία και για την ερμηνεία τους απαιτείται φωνητική τεχνική, που προϋποθέτει κλασική μουσική παιδεία. Όπως τόνισε ο κ. Παπαγεωργίου, στα έργα αυτά οι γυναικοκατακτητές, οι νικητές και οι επαναστάτες απαιτείται να είναι τενόροι, γιατί το ακατόρθωτο επιτυγχάνεται με τη φωνή που φτάνει στα ανώτατα όρια. Ο κ. Καρυτινός ανέφερε ότι, ως πρώτος συνθέτης όπερας, θεωρείται ο Ιταλός Τζάκοπο Πέρι (Jacopo Peri), με το έργο του «Δάφνη» (ιταλ. Dafne), ενώ ο συνθέτης, που θεμελίωσε την όπερα λίγο αργότερα, δίνοντάς της περισσότερη θεατρικότητα, ήταν ο Κλαούντιο Μοντεβέρντι (Claudio Monteverdi 1567-1743). Η ορχήστρα του Μεγάρου, με τη διεύθυνση του κ. Καρυτινού, έπαιξε από τη “Στέψη της Ποππαίας” του Μοντεβέρντι το τραγούδι του συνθέτη στο τέλος της όπερας, το οποίο θεωρείται το καλύτερο τραγούδι αγάπης, που γράφτηκε ποτέ για ανόητους ανθρώπους. Με τη μουσική ερμηνεία σε πρωταγωνιστικούς ρόλους στην Αναγεννησιακή και Μπαρόκ μουσική (16ος-18οςαιώνας), είχαν ταυτιστεί οι Καστράτοι δηλ. ευνουχισμένοι νεαροί πριν την εφηβεία τους, για να διατηρηθεί η ικανότητα της φωνής τους να αποδίδουν πολύ υψηλές νότες.
Ακολούθησε η παρουσίαση των θεμελιωτών της όπερας, Μότσαρτ και Βέρντι, οι οποίοι με το έργο τους έδειξαν πώς “χτίζεται” αυτό το είδος μουσικής, αλλά και του Βάγκνερ που έφερε επανάσταση, συνδυάζοντας όλες τις τέχνες (μουσική, δράμα, σκηνογραφία) σε ένα ΟΛΙΣΤΙΚΟ θέαμα. Απαριθμώντας επί πλέον άλλους σπουδαίους δημιουργούς ο κ. Καρυτινός μίλησε για τον Ιταλό συνθέτη Τζοακίνο Αντόνιο Ροσσίνι και τις σπουδαίες όπερές του, με πιο γνωστή «τον Κουρέα της Σεβίλλης», την οποία στήριξε στο έργο του Μότσαρτ “οι γάμοι του Φίγκαρο”.
Από “τον Κουρέα της Σεβίλλης” η ορχήστρα υπό τον μαέστρο έπαιξε το πιο διάσημο ορχηστρικό απόσπασμα, “την καταιγίδα“, δηλωτική της αλλαγής του καιρού, που παρουσιάζει με μουσικά ηχοχρώματα τη μανία της φύσης, η οποία θεωρείται ότι επηρεάστηκε από την αντίστοιχη «καταιγίδα» της 6ης Συμφωνίας («Ποιμενική») του Μπετόβεν. Ο Ροσσίνι όμως διατήρησε το δικό του, πιο ανάλαφρο ιταλικό στυλ και την έκανε πιο χαρούμενη και εύθυμη. Τη χρήση του μοτίβου της “καταιγίδας” ακολουθεί και ο Βέρντι στα έργα του “Οθέλλος” και “Ρέκβιεμ’’, το οποίο λειτουργεί διαφορετικά στα παραπάνω έργα.
Ο επόμενος κορυφαίος δημιουργός της όπερας κατά τον 19ο αιώνα υπήρξε ο Τζιουζέπε Βέρντι (1813-1901). Μια από τις πιο διάσημες όπερές του είναι “ο Ριγκολέττο” με την γνωστή άρια “La donna è mobile’’ (η γυναίκα είναι ευμετάβλητη). Μετά τον Βέρντι σειρά είχε ο Μότσαρτ και η εκτέλεση από την ορχήστρα της άριας “η βασίλισσα της νύχτας’’, από την όπερα “Μαγικός αυλός”(1751-1791).
Ακολούθησε η παρουσίαση του Ιταλού Τζιάκομο Πουτσίνι (Giacomo Puccini), ο οποίος με μια εντελώς προσωπική γλώσσα σφράγισε με το έργο του (“Τόσκα”, “Μποέμ”, “Μαντάμ Μπατερφλάι”, “Τουραντότ”), τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η όπερα “Μποέμ”, όπως σχολίασε ο κ. Παπαγεωργίου, συγκρινόμενη με την όπερα “Κάρμεν” του Ζωρζ Μπυζέ και το ορατόριο “τα κατά Ματθαίον πάθη” του Μπαχ αποτελούν εμβληματικά αριστουργήματα της κλασικής μουσικής, που παρά τις διαφορές τους στο ύφος και την εποχή, μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά.
Η ‘’Τουραντότ” είναι η τελευταία ημιτελής όπερα του Πουτσίνι με την διάσημη άριά της “Nessum dorma”(κανείς δεν κοιμάται) και αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή έργα παγκοσμίως. Στο τελευταίο μέρος της συναυλίας παρουσιάστηκαν αποσπάσματα από την όπερα του Όφενμπαχ “Τα παραμύθια του Χόφμαν”. Από το έργο αυτό η ορχήστρα έπαιξε τη βαρκαρόλα “Νύχτα της αγάπης”, όπου δυο ερωτευμένοι τραγουδούν μέσα σε γόνδολα στο κανάλι της Βενετίας, με τον κ. Παπαγεωργίου να μας εξηγεί ότι η Βαρκαρόλα είναι είδος τραγουδιού ή οργανικής μουσικής, που σχετίζεται με βαρκάδα, με μέτριας ταχύτητας ρυθμό (6/8), θυμίζοντας το λίκνισμα της γόνδολας κατά την κωπηλασία. Από την ίδια όπερα ο κ. Καρυτινός διηύθυνε την Α΄ πράξη όπου ο Χόφμαν ερωτεύεται μια μηχανική κούκλα, την Ολυμπία, που κατά την εκτέλεση τραγουδιού από την ίδια, ο κ. Καρυτινός χρησιμοποίησε τη μπαγκέτα του σαν ένα είδος εργαλείου κουρδίσματος, μια σκηνή ομολογουμένως θεαματική και κωμική. Όσο για τη χρήση της κούκλας, ο κ. Παπαγεωργίου τη χαρακτήρισε σαν ένα ρομπότ της εποχής που γράφτηκε το έργο, σαν ένα προάγγελο της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η ιστορικός ανέφερε ότι αντικατοπτρίζει τη μηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα. Τον ρόλο της κούκλας υποδύθηκε με ιδιαίτερη φωνητική και υποκριτική τεχνική η νέα ανερχόμενη υψίφωνος της κλασικής μουσικής Άννα Φασσέα, η οποία με τους εξαιρετικούς λαρυγγισμούς της, που απαιτούσε ο ρόλος της μηχανικής κούκλας, αποθεώθηκε από το κοινό. Ο κ. Καρυτινός έκλεισε τη συναυλία με την άρια από τον “Ριγκολέτο” κάτω από τα παρατεταμένα χειροκροτήματα του κόσμου.
Η άρτια παράσταση για την Όπερα με τις αναφορές στους δημιουργούς της και τις ιστορικές συνθήκες της συνθέσεώς τους, αλλά και οι διάσημες άριες που εκτελέστηκαν από την Κ.Ο.Α συνετέλεσαν στην ψυχική τέρψη του κοινού, κάτω από τη μαγική δύναμη της μουσικής.
Μ.Ρ.
