ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ – ΜΟΥΣΕΙΟ (7 ΜΑΡ. 2026)

Μία από τις πολλές εκδηλώσεις του ΔΛΠΑΠ ήταν και η επίσκεψη στο σπίτι του Ελύτη στην Πλάκα, στις 7-3-2026.

Το σπίτι-μουσείο του ποιητή δεν είναι αυτό στο οποίο έζησε. Η ποιήτρια και σύντροφός του Ιουλίτα Ηλιοπούλου, κάτοχος του αρχείου του, κατόπιν προτάσεώς της στο ΥΠΠΟΑ, κατάφερε να παραχωρηθεί το κτήριο αυτό μαζί με δύο βοηθητικά κτίσματα, αφού πρώτα ανακαινίστηκαν με δαπάνη του ίδιου του Υπουργείου, για να στεγάσει το πνευματικό έργο του Ελύτη. Σε ένα από τα σοκάκια της Πλάκας, με φόντο τον ιερό βράχο, στο όμορφο αυτό νεοκλασικό, στον  εξωτερικό τοίχο του προβάλλει μία τεράστια φωτογραφία του, που δίνει την εντύπωση στους περαστικούς ότι εδώ έζησε ο σπουδαίος ποιητής. Ο ίδιος κατοικούσε σε ένα μικρό και λιτό διαμέρισμα στο Κολωνάκι, μαζί με τη σύντροφό του. Εκεί άφησε και την τελευταία του πνοή. Εισερχόμενοι από την κεντρική είσοδο της οδού Διοσκούρων αντικρίσαμε μια μικρή εσωτερική αυλή πλακόστρωτη, με παρτέρι με όμορφα φυτά και δύο δένδρα, ως ένας “μικρός βοτανικός κήπος”, ενώ στον εσωτερικό μαντρότοιχο υπήρχε αναρτημένος πίνακας με κείμενο του ποιητή, με τον τίτλο “μικρός βοτανικός”. Εδώ εξυμνείται η Ελληνική φύση και ο πολιτισμός μας, με την ιδιαίτερη ματιά του ποιητή. 

Μπαίνοντας μέσα στον χώρο του Μουσείου (σε ένα υπερυψωμένο ισόγειο) αντικρίσαμε στον απέναντι τοίχο μια ολόσωμη φωτογραφία του Ελύτη, με απόσπασμα από το έργο του “ο μικρός Ναυτίλος”. Η νεαρή ξεναγός μας, μας εισήγαγε στον κόσμο του ποιητή αφηγούμενη με χρονολογική σειρά τη ζωή του, τη γέννησή του το 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης με το όνομα Οδυσσέας Αλεπουδέλης, το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά από τη Μυτιλήνη. Από το Ηράκλειο, όπου και το εργοστάσιο σαπωνοποιίας του πατέρα του, η επιχείρηση μεταφέρθηκε στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο πρόωρος θάνατος της αδελφής του Μυρσίνης και αργότερα του πατέρα του τον επηρέασαν βαθιά, ώστε η γραφή να του γίνει εσωτερική ανάγκη.

Μέσα στις γυάλινες προθήκες του μουσείου είδαμε να εκτίθενται προσωπικά του αντικείμενα, δελτάρια από τον πόλεμο όπου υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, οικογενειακές φωτογραφίες, η ξύλινη σφραγίδα της επιχείρησης σαπωνοποιίας, διάφορα χειρόγραφά του και προσχέδια ζωγράφων για ποιητικές του συλλογές, όπως του Φασιανού για τη “Μαρία Νεφέλη”, του Γ.Τσαρούχη για τον “Ήλιο τον Ηλιάτορα”, καθώς και προσωπογραφία του από τον Φασιανό. Είδαμε και  επιστολές του ποιητή και βιβλία του με αφιερώσεις γνωστών ζωγράφων, όπως του Πικάσο. Εκτίθενται ακόμα οι πρώτες εκδόσεις 52 βιβλίων μεταφρασμένων στα Αγγλικά, Γερμανικά, Κινέζικα, Αραβικά, Ισπανικά και Ιταλικά. Ο ποιητής ασχολήθηκε και με την τέχνη του κολάζ. Στον χώρο του μουσείου υπάρχουν το κολάζ “ο άγριος ήλιος” και ένα από τα αρχικά θέματα “οι δρόμοι της θάλασσας” με μια αγιότητα των μορφών. Σε μία από τις  προθήκες διασώζεται ακόμα η παρτιτούρα του συνθέτη Γιώργου Κουρουπού για το “Μονόγραμμα”. Σε έναν από τους τοίχους βρίσκονται αναρτημένοι πίνακες αγαπημένων του ποιητή ζωγράφων (Μόραλη, Ματίς, Θεόφιλου, Στέρη), με αφιέρωση προς αυτόν.

Σε περίοπτη θέση βρίσκεται το μετάλλιο του βραβείου Νόμπελ, με το οποίο τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία για το σύνολο του έργου του. Δίπλα από το μετάλλιο υπάρχει αντίγραφο του διπλώματος του βραβείου, στο οποίο κυριαρχεί το ελληνικό μπλέ χρώμα της θάλασσας. Στις προθήκες υπάρχει ακόμα η πρώτη έκδοση του βιβλίου με τον τίτλο “Σαπφώ”. Ο ποιητής θεωρούσε τη λυρική αυτή ποιήτρια σαν εξαδέλφη, γιατί είχαν κοινή ποιητική θεματολογία: τον ήλιο, τον έρωτα, τα κορίτσια, τη φύση, στοιχεία με τα οποία ο ποιητής δημιουργεί ένα σύνολο.

Σε μία άλλη εσωτερική αίθουσα του μουσείου αναπαρίσταται ο χώρος εργασίας του: το γραφείο του, το οποίο ανήκε στην πεθαμένη αδελφή του, τα έπιπλα του καθιστικού, καθώς και η βιβλιοθήκη του σε σχέδια του Γιάννη Μόραλη. Διατηρούνται ακόμα ένα ακροκέραμο, ένα ξυλόγλυπτο κόκκινο καραβάκι με μπλε πανιά (η Ελλάδα της θάλασσας), μεταβυζαντινές εικόνες και ένα ξύλινο τμήμα από ιερό εκκλησίας, που του θύμιζε τον θεό του ανέμου. Τον χώρο συμπληρώνουν ένα πορτρέτο του Δ.Σολωμού και ζωγραφικοί πίνακες των Μόραλη, Ματίς και  θεόφιλου. Το μουσείο διαθέτει και πρώτο όροφο με χώρο για εκδηλώσεις, διαλέξεις, συναυλίες κ.α.

Ο Ελύτης ήταν  ένας από τους ποιητές της ‘’γενιάς του ’30”, οι οποίοι επηρεάστηκαν από τη “μοντέρνα ποίηση”, που  καταργεί τους κλασικούς κανόνες ποιητικής γραφής, όπως η ομοιοκαταληξία και το μέτρο, διατηρώντας έναν εσωτερικό ρυθμό. Ήταν ο τελευταίος μιας γενιάς της κλασικής ποιητικής φόρμας και από την άλλη αυτός που επηρεάστηκε από το νέο κίνημα της μοντέρνας ποιητικής γραφής. Ανακαλύπτει ένα βιβλίο του Γάλλου υπερρεαλιστή ποιητή Πωλ Ελυάρ και δέχεται τις επιδράσεις αυτού του λογοτεχνικού  ρεύματος της σύγχρονης ποίησης. Γνωρίζεται με το Ν.Γκάτσο και με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, ακραιφνή υπερρεαλιστή. Το 1948 πηγαίνει στο Παρίσι και γνωρίζεται με το Στρατή Ελευθεριάδη (Τεριάντ), συλλέκτη έργων τέχνης. Μέσω αυτού γνώρισε τον Ματίς, τον Πικάσο, τον Καμύ, τον Πιάζ και άλλους. Τα γνωστότερα έργα του Ελύτη  είναι το “Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας” (εξυμνείται ο ηρωικός αγώνας των Ελλήνων κατά του φασισμού) και το “Άξιον ‘εστί” (ένας επίγειος ύμνος που διατρέχει όλη την ιστορία του ελληνικού έθνους, μια δραματουργική σύνθεση όπου το ατομικό Εγώ ταυτίζεται με το συλλογικό Εμείς), το οποίο μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και έγινε πασίγνωστο.

Ο Ελύτης είναι ο ποιητής του φωτός, του Ελληνικού φωτός που εκπέμπει ο “ήλιος ο ηλιάτορας” (σύμβολο του καλού και του δικαίου: της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ..), της θάλασσας και του ελληνικού γαλάζιου χρώματος, της ελληνικής φύσης με την ομορφιά της, στοιχεία μιας αυθεντικής ελληνικής ολότητας. Το έργο του διαπνέει μια λυρική διάθεση και ένας έντονος ερωτισμός, που υπερβαίνει τη σάρκα. Μέσα από την τέχνη του αποκαλύπτεται ένα φωτεινό και τραγικό συνάμα Μεσογειακό πνεύμα της πατρίδας μας και της παράδοσής μας. Ο ποιητής υπερηφανεύεται που “του έδωσαν την γλώσσαν του Ελληνικήν” και μπορεί “να στεγάζεται στις αμμουδιές του Ομήρου”. Πιστεύει ότι η γλώσσα είναι η ταυτότητα ενός λαού, η οποία διατηρεί την εθνική του συνείδηση και αγωνιά “μήπως η γλώσσα αυτή μολυνθεί από ξενικά ή εγχώρια σαπρόφυτα και αλλοιωθεί έτσι η ψυχή, η συνείδηση του έθνους”.

Ολοκληρώνοντας την επίσκεψή μας στο νέο αυτό μουσείο, δεν μπορεί να μη θαυμάσει κανείς την πνευματική δημιουργία των ποιητών μας, σε μια γλώσσα με τεράστια δυναμική, με την οποία η ελληνική ποίηση μεταφράστηκε και έγινε γνωστή και εκτός Ελλάδας.

Μ.Ρ.

Related Posts